Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το αλάτι και η σημασία του για επιβίωση και ποιότητα ζωής


 Το αλάτι, λόγω της σημασίας του για την επιβίωσή μας, κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, συχνά θεωρείται ως πολύτιμο αγαθό. Το αλάτι όμως απαιτείται, πάντοτε σε μικρές ποσότητες, από όλα τα πλάσματα της Γης. Συμμετέχει βασικά στη ρύθμιση του περιεχομένου σε νερό (ισορροπία υγρών) κάθε ζωντανού σώματος. Αλλά, καθώς η κατανάλωση αλατιού έχει αυξηθεί στο διαιτολόγιό μας, οι επιστήμονες οριοθετούν τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία που συνδέονται με την υπερβολική πρόσληψη αλατιού (ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά ότι πρέπει να καταναλώνουμε όχι περισσότερα από 1500- 2300 mg νατρίου (3750 - 5.750 mg άλατος) την ημέρα και ανάλογα με την ηλικία).
 Αλμυρά όμως είναι και τα συναισθηματικά δάκρυα του ανθρώπου, τα δάκρυα των θαλάσσιων χελωνών όταν βγαίνουν έξω από το νερό, τα δάκρυα του κροκόδειλου, ορισμένων άλλων ερπετών (θαλάσσια ινγκουάνα, θαλάσσια φίδια,), των καρχαριοειδών (καρχαρίας και σελάχια) και των θαλασσοπουλιών. Αλλά, αλμυρές είναι και οι σταγόνες που πέφτουν από τα αλμυρίκια, σε κάθε παραλία, το σούρουπο.

Γιατί όμως δεν μπορούμε να πίνουμε αλμυρό νερό;
 Η συγκέντρωση αλάτων στο θαλασσινό νερό είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από ότι έχουν τα υγρά των κυττάρων μας. Έτσι, όταν πίνουμε αλμυρό νερό, τα άλατά του αλληλεπιδρούν με το νερό των κυττάρων μας -μέσα από μια διαδικασία, γνωστή ως όσμωση-, ώστε να αποκατασταθεί η οσμωτική ισορροπία στον ανθρώπινο οργανισμό η οποία έχει αναστατωθεί. Την αποκατάσταση της ισορροπίας αυτής, σε επίπεδο οργάνων, αναλαμβάνουν τα νεφρά μας, τα οποία προκειμένου να αποβάλλουν από το σώμα μας το υπερβολικό αλάτι, πρέπει να υπερλειτουργήσουν. Αλλά, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν περίπου μιάμιση φορά περισσότερο γλυκό νερό, από εκείνο του θαλασσινού που ήπιαμε, ώστε να ρυθμιστεί ξανά η ισόρροπη λειτουργία του οργανισμού μας. Στην περίπτωση όμως που δεν πιούμε γλυκό νερό, η αφυδάτωση των ιστών του σώματός μας είναι δεδομένη, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις ακολουθεί θάνατος.

Τι είναι όμως οσμωτική ρύθμιση; 
 Οι οργανισμοί και στα υδάτινα και στα χερσαία περιβάλλοντα πρέπει να διατηρήσουν στο σώμα τους, σταθερή τη συγκέντρωση των διαλυμένων ουσιών και την ποσότητα του νερού στα σωματικά τους υγρά. Αυτό συνεπάγεται αποβολή-έκκριση των μεταβολικών αποβλήτων και άλλων ουσιών, όπως είναι ορμόνες που θα μπορούσαν να είναι τοξικά εάν αφήνονταν να συσσωρεύονται στο αίμα τους. Αυτή η έκκριση, μέσω οργάνων όπως είναι το δέρμα και τα νεφρά, διατηρεί την ποσότητα του νερού και τις διαλυμένες σε αυτό ουσίες σε ισορροπία, ενώ η λειτουργά αυτή είναι γνωστή ως "οσμωτική ρύθμιση".
 Ωστόσο, τα θαλασσοπούλια (γλάροι, πετρίτες, άλμπατρος, κορμοράνοι, κ.ά) που πίνουν θαλασσινό νερό, τρώνε θαλάσσιους οργανισμούς και περνούν μήνες ακόμα και χρόνια στη θάλασσα και πάνω από τους ωκεανούς, χωρίς να πλησιάζουν τη στεριά, επιβιώνουν και δεν αντιμετωπίζουν την αφυδάτωση και το θάνατο. Αυτό συμβαίνει καθώς για να διατηρήσουν την οσμωτική ισορροπία του σώματός τους, δεν στηρίζονται αποκλειστικά στα νεφρά τους (τα νεφρά αυτών των ζώων είναι πολύ λιγότερο αποδοτικά για την οσμωτική ρύθμιση των σωματικών υγρών τους, από ότι τα νεφρά των θηλαστικών, τα οποία μπορούν και πίνουν γλυκό νερό). Αλλά τα θαλασσοπούλια έχουν τα δικά τους συστήματα αφαλάτωσης, ώστε να αντιμετωπίσουν το υπερβολικό αλάτι. Αυτά είναι ειδικοί αδένες (αδένες αλατιού ή υπερκόγχιοι αδένες) που βρίσκονται στη ρινική κοιλότητα και που τα βοηθούν στη ρύθμιση της ισορροπίας των αλάτων (ιόντων) στο αίμα τους, ενώ τα νεφρά τους συμμετέχουν σε αυτή τη λειτουργία σε πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με άλλα ζώα. Για την ιστορία, η λειτουργία αυτών των αδένων ανακαλύφθηκε το 1958 από την ομάδα του φυσιολόγου Κ. Schmidt-Nielsen. Είναι η γνωστή στους βιοχημικούς και φυσιολόγους "αντλία νατρίου-καλίου τριφωσφορικής αδενοσίνης", που είναι ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στις μεμβράνες των κυττάρων όλων των ζώων. Έτσι, με απλά λόγια το αλάτι από το αίμα, σε ορισμένα ζώα, έρχεται σε αυτόν τον αδένα απ’ όπου μπορεί να αποβάλλεται ως διάλυμα με υψηλές συγκεντρώσεις αλάτων. Με αυτό τον τρόπο διατηρείται η οσμωτική ισορροπία σε αυτούς τους οργανισμούς και επομένως τα θαλασσοπούλια και άλλα θαλάσσια σπονδυλωτά μπορούν και πίνουν το θαλασσινό νερό, χωρίς να τους δημιουργεί προβλήματα επιβίωσης.Δηλαδή, τα θαλασσοπούλια αντλούν, με βιοχημικούς μηχανισμούς, την περίσσεια του αλατιού από το αίμα τους, το οδηγούν στα ρουθούνια τους, και με αυτό τον τρόπο εξαλείφεται από το οργανισμό τους το υπερβολικό αλάτι, αποκαθιστώντας την οσμωρρυθμιστική λειτουργία του οργανισμού τους. Ουσιαστικά, αυτοί οι αδένες –που δεν τους διαθέτουν όλα τα πουλιά- βοηθούν στα θαλασσοπούλια στην αφαλάτωση καθώς πίνουν θαλασσινό νερό, ενώ εκκρίνουν το αλμυρό αποβλήτων από τη μύτη τους. Αυτό το απόβλητο φτάνει ως πυκνό διάλυμα χλωριούχου νατρίου (καθαρό αλάτι) που αποβάλλεται σε υγρή μορφή μέσα από τα ρουθούνια τους Αυτή η αποβολή του αλατιού, συνοδεύεται συχνά από μία υπερβολική ανακίνηση του το κεφαλιού τους ή από αναγκαστικό φτάρνισμα.
 Επίσης, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα θαλασσοπούλια όταν έχουν την ευκαιρία να πιούν γλυκό νερό, προτιμούν αυτό αντί του θαλασσινού, καθώς πίνοντάς το εξοικονομούν ενέργεια. 
 Όπως προείπαμε, οι εκκρίσεις από αυτούς τους αδένες –που βρίσκονται πάνω στο κρανίο, στην περιοχή ανάμεσα στα μάτια, τη μύτη και το στόμα στα θαλασσοπούλια και στα ερπετά- περιέχουν σχεδόν καθαρό αλάτι. Στους καρχαρίες και τα σαλάχια οι αδένες αυτοί βρίσκονται στο "ορθό έντερο". Στους κροκόδειλους (κροκοδείλια δάκρυα), το αλάτι απεκκρίνεται μέσα από τη γλώσσα τους.

Τι συμβαίνει όταν κλαίμε και γιατί τα δάκρυά μας έχουν αλμυρή γεύση; 
 Σύμφωνα με τις τελευταίες επιστημονικές έρευνες, τα δάκρυα που κυλούν για συναισθηματικούς λόγους – και όχι τα δάκρυα που προκαλούνται όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια- έχουν ποικίλα συστατικά. Έχουν υψηλότερα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών, καλίου, μαγγανίου, αλλά και ορμονών, όπως η προλακτίνη. Τα συστατικά αυτά έχουν αλμυρή γεύση.
 Ωστόσο, το μαγγάνιο είναι θρεπτικό συστατικό που αν βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα στον οργανισμό μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας. Το κάλιο συνδέεται με τη λειτουργία των νεύρων, τον έλεγχο των μυών και την πίεση του αίματος. Η προλακτίνη, που βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα στις γυναίκες- και ίσως αυτό να εξηγεί το γιατί κλαίνε περισσότερο από τους άνδρες-, συνδέεται επίσης με το στρες και το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι χημικές αυτές ουσίες, που αυξάνονται όταν έχουμε συναισθηματικό στρες, αποβάλλονται από τον οργανισμό μας με τα δάκρυα. Και επειδή το στρες που δεν εκδηλώνεται μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακές και εγκεφαλικές ασθένειες, το κλάμα έχει αποδειχθεί ότι είναι ευεργετικό και για την ισορροπία και για την επιβίωση. Δηλαδή τα κλάμα, κάνει καλό στην υγεία, ενώ τα δάκρυα έχουν αλμυρή γεύση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου