Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπινου γένους_3


  Απαντήσεις στα ερωτήματα γύρω από τα περισσότερο πρωτόγονα όντα δεν μπορούν να δοθούν γιατί υπάρχει ένα μεγάλο κενό 3 μέχρι 4 εκατομμυρίων χρόνων στις Γεωλογικές αποδείξεις πριν από το επόμενο ανθρώπινο απολιθωμένο ον βρεθεί στις κατώτερες Πλειοκαινικές αποθέσεις στη Κένυα και την Αιθιοπία.
 Το περισσότερο αξιοσημείωτο δείγμα που είχε επιστημονικά περιγραφεί, είναι ο Australopithecus afarensis που είναι περισσότερο γνωστό ως «Λούση». Τη «Λούση» ανακάλυψε ο Dr. Jahansen στην έρημο Αφάρ της Αιθιοπίας, κοντά στην Ερυθρά θάλασσα και σε γεωλογικά στρώματα που προσδιορίστηκαν ακριβώς σε 3,5 εκατομμύρια χρόνια παλαιότητας.
 H «Λούση» είναι ένα καταπληκτικό δείγμα από πολλές απόψεις. Πρόκειται για το περισσότερο συμπληρωμένο δείγμα πριν από το Homo sapiens που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα και περιλαμβάνει γύρω στα 60 τμήματα οστών, που αντιπροσωπεύουν κομμάτια από το κρανίο, την κάτω γνάθο, τους βραχίονες, τα πόδια, τη λεκάνη, τις πλευρές και τους σπόνδυλους.
 H «Λούση» είναι αξιοσημείωτα ανθρώπινης κατασκευής. Το περισσότερο σημαντικό είναι ότι αυτή είχε όρθια στάση όπως μια σύγχρονη γυναίκα. H κάτω γνάθος και τα δόντια της είναι ανθρώπινα, δυστυχώς όμως τα λίγα οστά του κρανίου που υπάρχουν δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε ούτε το σχήμα αλλά ούτε το μέγεθος του κρανίου. Για το σώμα της γνωρίζουμε ότι ήταν μικρών διαστάσεων και όταν πέθανε ήταν πολύ αναπτυγμένη. Το ύψος της ήταν περίπου 1 μέτρο και το βάρος της πιθανόν από 22 μέχρι 30 κιλά, βέβαια το αρσενικό του είδους της θα ήταν πολύ περισσότερο.
 H «Λούση» και οι συγγενείς της ήσαν σύγχρονοι με μερικά άλλα ανθρώπινα όντα ονομαζόμενα Australopithecus africanus που έχουν χαρακτηρισθεί ότι αποτελούν πρόγονους του γένους Homo. Από αυτά τα όντα φαίνεται δυνατόν ότι το είδος της «Λούση» αντιπροσωπεύει το τέλος μιας γραμμής διασταυρουμένων πληθυσμών Πρωτευόντων οργανισμών που εξελικτικά ευρίσκοντο κοντά στον Άνθρωπο και επεκτείνονταν πίσω στο Πλειόκαινο πλησίον των Ramapithecus και των συγγενών του.
 Δεν αποκλείεται οι πρόγονοι της «Λούση» να έχουν δώσει το ξεκίνημα σε αμφότερους τους μετέπειτα Australopithecus και προς το Homo. Μερικά από τα δόντια και τις γνάθους, απολιθωμένα δείγματα αυτής της εποχής, είναι επίσης αρκετά όμοια προς εκείνα των συγχρόνων ανθρώπων. Το γεγονός αυτό οδήγησε μερικούς από τους παλαιοανθρωπολόγους να πιστεύουν ότι ένα προγονικό είδος του Homo ήδη υπήρξε από τότε και μπορεί να ήταν υπεύθυνο για την κληροδότηση του είδους «Λούση».
 Στη συνέχεια μια μεγάλη συλλογή απολιθωμένων ανθρώπινων όντων που βρέθηκαν στη Δυτική και Ανατολική Αφρική και χρονολογήθηκαν από 1 μέχρι 4 εκατομμύρια χρόνια πριν, μας έκανε γνωστούς τους Αυστρολοπίθηκους.
 Δύο ευδιάκριτες μορφές Αυστραλοπιθήκων είναι γνωστές, η μικρότερη μορφή που είναι γύρω στα 1,30 μέτρα ύψος και 30 κιλά βάρος και η μεγαλύτερη μορφή με ύψος γύρω στα 1,50 μέτρα και βάρος γύρω στα 50 κιλά. H μικρότερη μορφή χαρακτηρίζεται ως Gracile ενώ η μεγαλύτερη ως Robustus.
 Σύμφωνα με μερικούς ανθρωπολόγους η Robustus μορφή είναι το αρσενικό ενώ η Gracile μορφή είναι το θηλυκό του ίδιου είδους. H θέση τους στην ανθρώπινη εξέλιξη έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα και αβεβαιότητες. Υπάρχει η αντίληψη, ότι η μικρότερη μορφή των Αυστραλοπιθήκων — Gracile — αποτελείται από δύο είδη: Australopithecus africanus και το πρωτόγονο Australopithecus afarensis — μερικοί ανθρωπολόγοι πιστεύουν ότι ο A. afarensis είναι μια προηγούμενη μορφή του A. Africanus και συνεπώς αναγνωρίζουν ένα μόνον είδος — και η μεγαλύτερη μορφή αυτών — Robustus — αποτελείται από δύο ταυτόχρονα είδη, τον Australopithecus robustus και Australopithecus bosei. Χρονικά οι μικρότερες μορφές των Αυστραλοπιθήκων προηγούνται από εκείνες που είναι μεγαλύτερες.
 Υπάρχουν ενδιαφέρουσες διαφωνίες γύρω από το πώς οι δύο μορφές των Αυστραλοπιθήκων συσχετίζονται μεταξύ τους. Έχουν προταθεί τέσσερες δυνατότητες σχετικά με τον A. africanus ο οποίος θα μπορούσε να είναι στην κύρια γραμμή της ανθρώπινης καταγωγής, στην κύρια γραμμή καταγωγής του Αυστραλοπίθηκου Robustus, σε αμφότερες τις γραμμές καταγωγής — στην περίπτωση αυτή ο A. africanus θα μπορούσε να χωρισθεί σε δύο είδη, ή σε καμιά γραμμή καταγωγής — στην περίπτωση αυτή ο A. africanus θα μπορούσε να είναι μακριά επάνω σε δικό του κλάδο εξέλιξης.
 Κάθε μια από τις τέσσερες αυτές πιθανότητες έχει τους δικούς της οπαδούς. Πάντως χωρίς αμφιβολία οι μικρότεροι Αυστραλοπίθηκοι είναι φανερά ευδιάκριτοι από τους μεγαλύτερους.
 Από τα ίχνη της φθοράς των δοντιών υποστηρίζεται ότι ο A. africanus περιελάμβανε στο διαιτολόγιο του κρέας, ενώ οι A. robustus και A. bosei όχι. Υπάρχει ακόμη μαρτυρία ότι οι δύο μορφές των Αυστραλοπιθήκων προτιμούσαν κάπως διαφορετικά περιβάλλοντα. O Gracile τύπος προτιμούσε χέρσες, χλοώδεις σαβάννες, ενώ ο Robustus τύπος προτιμούσε πολύ υγρό περιβάλλον με υψηλή βλάστηση. Όποια και αν είναι η θέση των Αυστραλοπιθήκων στην ανθρώπινη εξέλιξη, είναι φανερό ότι η Robustus μορφή έχει εξαφανισθεί γύρω στο 1 εκατομμύριο χρόνια πριν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου